Παπαστεργίου – Guilfoyle: Στο επίκεντρο αμερικανικές επενδύσεις και η ευρωπαϊκή στρατηγική για την Τεχνητή Νοημοσύνη
Η αυριανή συνάντηση του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρη Παπαστεργίου με την Αμερικανίδα πρέσβειρα Kimberly Ann Guilfoyle αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πραγματοποιείται σε μια καθοριστική καμπή για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τις ψηφιακές υποδομές και τη θέση της Ελλάδας στον νέο τεχνολογικό ανταγωνισμό στο κλείσιμο του RRF. Στο επίκεντρο βρίσκονται η παρουσία και οι προοπτικές των αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών στην Ελλάδα, οι δυνατότητες νέων επενδύσεων και περαιτέρω επέκτασης υφιστάμενων συνεργασιών, αλλά και η ελληνική προσέγγιση στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών πολιτικών για την AI.
Πίσω, όμως, από την αναμενόμενη θετική ρητορική υπάρχει ένα πιο δύσκολο ερώτημα: έχει μεταφραστεί μέχρι σήμερα το αμερικανικό ενδιαφέρον για την ελληνική τεχνολογική αγορά σε επενδύσεις αντίστοιχου μεγέθους και άμεσης υλοποίησης;
Η απάντηση κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι.
Από τις ανακοινώσεις στην πραγματική επένδυση
Στην Ελλάδα έχει καλλιεργηθεί τα τελευταία χρόνια η εικόνα ενός ανερχόμενου ψηφιακού και καινοτομικού κόμβου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ωστόσο, όταν η συζήτηση πάει βαθύτερα, πέρα από τις ανακοινώσεις και μπει στις πραγματικές συνθήκες και στα κεφάλαια που έχουν επενδυθεί, η εικόνα γίνεται σαφώς πιο συγκρατημένη.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η Microsoft. Η ανακοίνωση για τη δημιουργία κέντρων δεδομένων στη χώρα έγινε τον Οκτώβριο του 2020, με σχέδιο για τρία data centers στην ανατολική Αττική. Έξι χρόνια αργότερα, η επένδυση, αν και συνάντησε σημαντικά αλλά αναμενόμενα αδειοδοτικά και χωροταξικά προβλήματα, εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης και κατασκευής. Η ίδια η Microsoft έχει επισημάνει ότι για να λειτουργήσει πλήρως η ελληνική περιοχή cloud απαιτείται η ολοκλήρωση του συνόλου του campus, που τοποθετείται πέραν του 2028. .
Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα, που είναι ο χρόνος από την εξαγγελία μιας μεγάλης τεχνολογικής επένδυσης έως την πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία της. Και στην AI, όπου η τεχνολογία και η υπολογιστική ισχύς εξελίσσονται με ταχύτητα μηνών και όχι ετών, οι καθυστερήσεις αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η αμερικανική τεχνολογική παρουσία των αμερικανικών Ομίλων δεν είναι ισχυρή ειδικά στον τομέα της αγοράς υποδομών και hardware, στους υπερυπολογιστές και στον διαδικτυακό εξοπλισμό. Σημαίνει, όμως, ότι μέχρι σήμερα δεν έχει παγιωθεί στην Ελλάδα «κύμα» των μεγαλύτερων αμερικανικών επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις υψηλές προσδοκίες.
Το πραγματικό ζητούμενο για την Αθήνα
Η Αθήνα δεν χρειάζεται άλλες γενικές διακηρύξεις για το ενδιαφέρον των αμερικανικών εταιρειών. Αυτό είναι γνωστό και συχνά διατυπώνεται με διαφορετικές ανακοινώσεις. Χρειάζεται κεφάλαια, συνεργασίες, υποδομές, έργα.
Ένα από τα κύρια θέματα για περαιτέρω συζητήσεις είναι τα data centers και υπολογιστική ισχύ, που πρέπει να αυξηθεί εκρηκτικά τα επόμενα χρόνια, καθώς και η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργεί μια εντελώς νέα αγορά. Η Ελλάδα διαθέτει μεν τα γνωστά πλεονεκτήματα όπως: γεωγραφική θέση, βελτιούμενες τηλεπικοινωνιακές υποδομές, διεθνείς διασυνδέσεις, επενδύσεις σε data centers και ένα Δημόσιο που έχει προχωρήσει σημαντικά στην ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του, αλλά οι επενδύσεις που απαιτούνται ξεφεύγουν από τα όρια του ελληνικού κράτους.
Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτά τα πλεονεκτήματα αυτά, μπορούν να δελεάσουν μεγάλες αμερικανικές επενδύσεις παραγωγικού χαρακτήρα και όχι μόνο μέσω υπηρεσιών , πωλήσεων hardware, εκπαιδεύσεων σε «εργαλεία», συνεργασιών ή περιφερειακών δραστηριοτήτων.
Η συνάντηση Guilfoyle – Παπαστεργίου μπορεί, υπό αυτή την έννοια, να αποτελέσει ευκαιρία για να τεθούν συγκεκριμένα ζητήματα και βάσεις όπως: ποια επενδυτικά σχέδια υπάρχουν, ποια βρίσκονται σε εκκρεμότητα, ποια μπορούν να επιταχυνθούν και τι χρειάζεται να κάνει η ελληνική πλευρά ώστε να καταστήσει τη χώρα περισσότερο ανταγωνιστική.
Ο «ΦΑΡΟΣ», ο «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» και η ελληνική απάντηση στην ΑΙ
Η ελληνική πλευρά προσέρχεται στη συζήτηση έχοντας πλέον τη δική της εθνική στρατηγική για την AI. Ο «ΦΑΡΟΣ» AI Factory και ο υπερυπολογιστής «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» αποτελούν τον «πυρήνα» μιας προσπάθειας να αποκτήσει η χώρα πρόσβαση σε υπολογιστική ισχύ και να δημιουργήσει υποδομές που θα εξυπηρετούν την έρευνα, τις επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση. Παράλληλα, η Ελλάδα επιχειρεί να συμμετάσχει ενεργά στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη AI Factories και να διεκδικήσει ρόλο στις επόμενες υποδομές μεγάλης κλίμακας.
Εδώ, όμως, βρίσκεται μια ακόμη πρόκληση. Δεν αρκεί να αποκτήσει η Ελλάδα υπολογιστική ισχύ. Πρέπει να δημιουργήσει και τη ζήτηση που θα την αξιοποιήσει. Ελληνικές επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα, νεοφυείς εταιρείες και Δημόσιο πρέπει να μπορούν να παράγουν εφαρμογές και υπηρεσίες πάνω σε αυτές τις υποδομές.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν υποδομές χωρίς αντίστοιχο παραγωγικό οικοσύστημα.
Η αμερικανική τεχνολογία και οι ευρωπαϊκοί κανόνες
Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της συζήτησης εκτιμάται ότι θα είναι η ευρωπαϊκή στρατηγική και η ελληνική πορεία. Η Ελλάδα καλείται να προσελκύσει αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες την ίδια στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να περιορίσει τις στρατηγικές εξαρτήσεις της σε κρίσιμες ψηφιακές τεχνολογίες.
Ο AI Act αποτελεί το βασικό θεσμικό πλαίσιο, ενώ οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για AI Factories και Gigafactories αποσκοπούν στην αύξηση της ευρωπαϊκής υπολογιστικής ισχύος. Η κατεύθυνση είναι σαφής: η Ευρώπη θέλει την αμερικανική τεχνολογία και τα ιδιωτικά κεφάλαια, αλλά ταυτόχρονα θέλει μεγαλύτερο έλεγχο στις κρίσιμες υποδομές και στα δεδομένα. Για την Ελλάδα αυτή η ισορροπία είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η χώρα δεν μπορεί να αγνοήσει τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, αλλά ούτε και να χάσει την ευκαιρία να προσελκύσει αμερικανικά κεφάλαια και τεχνολογία.
Από τις ανακοινώσεις στην υλοποίηση
Η συνάντηση Παπαστεργίου – Guilfoyle έρχεται, επομένως, σε μια στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα περνάει μια πιο απαιτητική φάση της ψηφιακής της στρατηγικής.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει αμερικανικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Υπάρχει. Το ζήτημα είναι πόσο από αυτό το ενδιαφέρον μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.
Η περίπτωση της Microsoft δείχνει ότι η απόσταση ανάμεσα στην ανακοίνωση και την υλοποίηση μπορεί να είναι μεγάλη. Και η νέα εποχή της AI δεν αφήνει πολλά περιθώρια για καθυστερήσεις.
Όπως προκύπτει από την μέχρι σήμερα ελληνική στρατηγική στους τομείς ICT/ΤΠΕ και ΑΙ αναζητούνται και από τις δύο πλευρές συγκεκριμένες απαντήσεις και αναμενόμενες δεσμεύσεις: Ποιες επενδύσεις μπορούν να έρθουν; Ποια έργα μπορούν να επιταχυνθούν; Ποιο ρόλο μπορούν να παίξουν οι αμερικανικές εταιρείες στην ανάπτυξη του «ΦΑΡΟΥ» και στις ελληνικές υποδομές AI; Πώς μπορεί η Ελλάδα να αξιοποιήσει την αμερικανική τεχνολογία, παραμένοντας ταυτόχρονα μέσα στην ευρωπαϊκή στρατηγική για τεχνολογική αυτονομία;
Γιατί το μεγάλο στοίχημα δεν είναι να εμφανίζεται η Ελλάδα ως χώρα που ενδιαφέρει τις αμερικανικές εταιρείες. Αυτό είναι δεδομένο και αναμενόμενο.
Είναι η Ελλάδα να γίνει χώρα στην οποία οι αμερικανικές εταιρείες αυτές επενδύουν πραγματικά, δημιουργούν εγχώρια τεχνογνωσία, υπολογίσιμη απασχόληση και λειτουργούν ως συστηματικό μέρος της ελληνικής στρατηγικής.
